Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Η εκκλησία του Αγίoυ Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης στην Οξυά Καστοριάς

Η εκκλησία της Οξυάς Καστοριάς
με το υπεραινώβιο πελώριο λευκάδι
 του  1885  που κρίθηκε επικίνδυνο  για τα
 θεμέλια της εκκλησίας στις μέρες μας
 και κόπηκε 
χωρίς αιδώ και αυτοσυναίσθηση.
Το πρώτο πράγμα που θα διαπιστώσει ο επισκέπτης είναι οι  εγχάρακτες  χρονολογίες αποπεράτωσης του ναού έτους 1885 στην ανατολική πύλη και στο καμπαναριό με τη δική του ιστορία. Το 1941 με την είσοδο των Γερμανών και στην Καστοριά  αποκόπηκε η στεφάνη της καμπάνας που περιείχε ψήγματα χρυσού. Οι παλαιότεροι αφηγούνταν ότι ο μελωδικός ήχος της ακούγονταν μέχρι τα διπλανά χωριά και εμείς παιδάκια σκαρφαλώναμε στο κωδωνοστάσιο για να πιστοποιήσουμε το γεγονός. Με την πάροδο του χρόνου η καμπάνα  εμφάνισε ρωγμές και αντικαταστάθηκε τη δεκαετία του 1980 επί ιερουργίας Παπαλεβέντη με μια σύγχρονη που τίποτε πλέον δε θυμίζει το παρελθόν.

Το ιστορικό της οικοδόμησης
Σε κάθε χωριό ή πόλη, ειδικότερα τα παλαιότερα χρόνια,  το περίοπτο οικοδόμημα της εκκλησίας ή του Σχολείου ήταν πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των κοντινών χωριών και προσπάθεια καταξίωσης των κατοίκων του. Έτσι, όταν  αρκετοί  Μπλατσιώτες  μετανάστευσαν ήδη πριν τη δεκαετία του 1850 στην Κωνσταντινούπολη και πλούτισαν απεφάσισαν να αναγείρουν  ήδη από το 1880 μια νέα περίοπτη εκκλησία στη θέση της παλιάς,  του Αγίου Νικολάου του ορεινού που προϋπήρχε από το 1710. Ανάμεσα στους χορηγούς πρωτοστάτησαν  οι έμποροι  Νικόλαος Βούτκας,  Παντελής Γκολίτσης, Παντελής Σόλης και ιδιαίτερα ο  Νικόλαος Κάλκος  που διατηρούσε στην ευρύτερη περιοχή της πόλης περισσότερα από χίλια βουβάλια. Και οι τέσσερις  στα γεράματά τους επέστρεψαν στο χωριό. 


Εισερχόμενοι στα ναό παρατηρούμε  τις αφιερωματικές επιγραφές  εκατέρωθεν της ωραίας πύλης του Παντοκράτορα  (1888) δωρεά  της οικογενείας  Κυριακού,  χειρί Αντωνίου Μασσαλίδη,  και στους δύο εμπηγμένους εικονοστάτες  πριν από τον άμβωνα  άλλη μια εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  προσφορά της οικογενείας Θεοδώρου Χρίστου (sic) και του υιού αυτού Δημητρίου (1885)  και στον άλλο πριν  από το δεσποτικό θρόνο δωρεά της οικογενείας Ζωγράφου  και φορητές εικόνες χωρίς  αφιερώσεις ανάμεσα στις οποίες του Νικάνορα και του Βαρλαάμ.  Στο πρόναο έχει μεταφερθεί η ταφόπλακα με συνεχόμενη μεγαλογράμματη γραφή της  οικογένειας Νικολάου Βούτκα  του έτους 1860 που ήρθε στο φως τη δεκαετία του 1970 κατά τη διάρκεια των  σκαπτικών εργασιών  επέκτασης της δυτικής πλευράς των κοιμητηρίων.


Ευαγγέλιο του 1803  από
την παλαιότερη εκκλησία
του Αγίου Νικολάου.
Στα ενδότερα μπορεί να σας δείξει ο παπάς  ένα ασημένιο δισκοπότηρο έτους 1833 με  τις τέσσερις εγχάρακτες μορφές των Ευαγγελιστών και την επιγραφή ολόγυρα στη βάση: ,,<< Κτήματι Αγίου Νικολάου συνδρομή και εξόδου [αντί εξόδοις] (sic) Μλατσιωτών [Οξυωτών]>>[1] Επίσης από την προηγούμενη εκκλησία σώζεται μέχρι σήμερα η εικόνα του Αγίου Νικολάου του ορεινού έτους 1710. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα  της Μεταμορφώσεως του Χριστού Σωτήρος με τους αγίους Σέργιο και Βαρλαάμ που είναι πιστό πανομοιότυπο αντίγραφο μιας ρωσικής εικόνας του 17ου αιώνα που βρίσκεται στο Κρεμλίνο, στο υπέρθυρο του πύργου Σπάσκαγια* και ήρθε στο φως  το 1990 γιατί είχε επικαλυφθεί με σοβά μετά την οκτωβριανή επανάσταση. το τέλος της δεκαετίας του 1950, όπως θυμάμαι, ήρθαν κάποιοι επιτήδειοι που ζητούσαν  κατεστραμμένες εικόνες  και δίνανε στην εκκλησιαστική επιτροπή ολοκαίνουργιες. Μεταξύ αυτών συγκράτησα στη μνήμη μου μια εικόνα  φορητή του Αγίου Αναστασίου που είχε καεί στη μια άκρη προφανώς από κεριά.

 Η ΕΞΑΡΧΙΚΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ  ΚΑΤΑΛΗΨΗ
Η  Μεταμόρφωση  του Χριστού
 Σωτήρος με δεομένους τους
 Αγίους  Σέργιο και  Βαρλαάμ.
Ο Σουλτάνος τελικά έδινε δικαίωμα στην νέα Εκκλησία, εφόσον είχε στο εκκλησίασμα την πλειοψηφία των 2/3 να ιδρύσει Μητρόπολη και αν είχε το 1/3 τουλάχιστον να κατέχει μια εκκλησία. Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τὢν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειών θά τιμωρηθούν, σύμφωνα μέ τό νόμο:άρθρ. Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο Σουλτάνος  Αμπντούλ Αζίζ για τη σύσταση της βουλγαρικής εξαρχίας.


Η δράση  της βουλγαρικής εξαρχίας[2 ] στα τέσσερα χωριά του Βιτσίου άρχισε  μετά το 1895 γιατί ήδη ο Τσακαλάρωφ το 1894 ήταν φυλακισμένος στην Καστοριά από τις τότε τουρκικές αρχές για σωρεία ποινικών αδικημάτων. Η βουλγαρική εξαρχία μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1890 δεν είχε ιδιαίτερες επιτυχίες. Ενόψει όμως της προετοιμαζόμενης τότε εξέγερσης του Ίλιντεν  στις 20 Μαρτίου στην Τσερέσνιτσα (Πολυκέρασο Καστοριάς) ο Τσακαλάρωφ συναντάται με την ομάδα του Μπόρις Σαράφωφ από το Άνω Νευροκόπι, το σημερινό Ντέλτσεφ, που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα ονομάζονταν Περικλής Σαράφης. Την επομένη ο Τσακαλάφωφ διαμηνύει ότι στη Μπλάτσα , σημερινή Οξυά, όλοι εξαρχικοί πλην ενός.



Αριστερά της ωραίας πύλης
Αυτός ο ένας ήταν ο Ιωάννης Βλάχος, [1] Βάνε όπως τον λέγανε οι 
Σλαβόφωνοι, ήδη πατριαρχικοί και εξαρχικοί,  και όπως τον αποκαλεί  και ο Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του. Οι εξαρχικοί   τον θεωρούσαν αναρχικό στοιχείο και τον αποκαλούσαν πέρνατ (φευγάτο ) στα σλαβοφωνικά γιατί διατείνονταν ότι θεράπευσε έναν τραυματία πατριαρχικό σε λίγες μέρες με μια αλοιφή που την έλεγε μέλεμ  με ανακάτεμα σαράντα υλικών ανάμεσα στα οποία το μέλι, το βοτάνι της παναγιάς (ελίχρυσο) και το πελίνο (Αρτεμισία το αψίνθιο).
Μέλεμ  (βάλσαμο) λέγεται στο  Βορειοελλαδικό σλαβοφωνικό γλωσσικό ιδίωμα το ρητινώδες μανιτάρι (ήλεκτρον) που βρίσκομαι μόνο σε πολύ γέρικες βελανιδιές. Πράγματι αυτό έγινε με τη διαφορά ότι ο τραυματισμένος τού το υπέδειξε, που δεν μπορούσε ν΄ ακολουθήσει την ομάδα του και έτσι παρέμεινε για επιβίωση και θεραπεία στην καλύβα του που ερείπια της υπάρχουν μέχρι τις μέρες μας, στα παλιά αμπέλια του χωριού, όπου στάβλιζε τα πρόβατά του τους χειμερινούς μήνες. Εκεί ο παππούς Γιάννης αισθάνονταν σαν καλός Σαμαρείτης και μέσα από τις αφηγήσεις του ένοπλου πατριαρχικού τραυματία περί Μακεδονικού Αγώνος ενσταλάχθηκε ο λόγος του ακέραιος και ανεξίτηλος στην ψυχή του, όπως ακριβώς και η εσχατολογική παραβολή του σπορέα των τεσσάρων ευαγγελίων. Αγνάντευε καθημερινά  από ψηλά την Καστοριά με τη λίμνη της, έβλεπε ακόμα και το κωδωνοστάσιο της Μητρόπολης. Σ΄αυτή την αναμπομπούλα ό,τι και να συμβεί στο τέλος, μονολογούσε, η τύχη του χωριού του θα ακολουθούσε και την τύχη της Καστοριάς με τις πολλές βυζαντινές εκκλησίες. Από την πίσω πλευρά του δύσβατου ορεινού συγκροτήματος του Βιτσίου απλώνονταν ο κάμπος που έφθανε και πέρα από το Μοναστήρι ακόμα και ως την Αχρίδα. Ήταν αυτός ο ένας  που δεν αναφέρεται στους αφανείς  γηγενείς   Μακεδονομάχους (1903-1913) [3] με οποιοδήποτε αξίωμα, ούτε ως οπλίτης γ΄ τάξεως που στην πραγματικότητα μερικοί ήταν μισθοδοτούμενοι πληροφοριοδότες.  Αυτός παρέμεινε μέσα στα όρια του χωριού του, μέσα σ΄ ένα  συνεχώς εντεινόμενο εχθρικό περιβάλλον. Όταν ήρθε το 1903 στο χωριό ο Καραβαγγέλης να λειτουργήσει βρήκε την εκκλησία κλειστή με αλυσίδες στις δυο πόρτες. Η δυτική πύλη από όπου εισέρχονται μόνο οι κηδευόμενοι  είχε αμπαρωθεί  εσωτερικά με σιδερένια μπάρα. Η πόρτα αυτή με  ένα διάκενο σε τρίγωνη μορφή πάχους δέκα εκατοστών στην πρόσφατη ανακαίνιση της εκκλησίας αντικαταστάθηκε με σύγχρονη. Ο Βάνες διαβεβαίωσε το δεσπότη ότι θα την άνοιγε. Με ένα τσεκουράκι, ένα σκεπάρνι και ένα γκλέτο υπολόγισε σωστά το ύψος της μπάρας από το δάπεδο και με μεγάλη υπομονή άνοιξε μια τριγωνική τρύπα για να μη αχρηστευθεί η πόρτα ανέσυρε και ανασήκωσε  τη μπάρα. Το τέλος του επήλθε όταν ο Τσακαλάρωφ λίγες μέρες πριν την 20η Ιουλίου  ζήτησε ο γιος του Δημήτριος να ενταχθεί σε Τσέτα**  και αρνήθηκε.[4]. Ο Καραβαγγέλης αναφέρει στα απομνημονεύματά του: Σκότωσαν τον ημέτερον Βάνε Βλάχο στη Μπλάτσα.
  
Επίλογος
Η ιστορία της εκκλησίας κάθε χωριού αποτυπώνει με γλαφυρό τρόπο και την ιστορική πορεία των κατοίκων της. Στη βουλγαρική βιβλιογραφία και τη σημερινή των Σκοπίων δεν γίνεται καμία ιστορική αναφορά  πριν από την περίοδο των ελληνοβουλγαρικών αναταράξεων  στην περιοχή  (1895- 1912)  εκτός από κάποια ψελλίσματα  για δήθεν  γηγενείς. Κανένα  σλαβικό όνομα δεν συναντάμε στην αναδίφηση  των ιστορικών εγγραφών οπωσδήποτε πριν το 1872 που άρχισε να επεκτείνεται η βουλγαρική εξαρχία. Και φυσικά  στην περιοχή αυτή ήρθαν και σλαβόφωνοι, όπως έρχονται ακόμα και σήμερα Αλβανοί και βορειοηπειρώτες. Πάντως ονοματεπώνυμα  που καταγράφονται  σε μια εποχή που δεν υπάρχουν εθνικές αφυπνίσεις, όπως σε κώδικα της Μητρόπολης Καστοριάς  έτους 1632: Αργυρός του Ζώτου, Στέφος του Πάνου, Ιωάννης Δασκάλου,  Βρετός Μηλωνάς,  Ιωάννης Σιαραπάνης δεν τα συναντάμε στη διάρκεια της βουλγαρικής επιβολής.

Σύμφωνα με δικαστική πράξη η οποία καταχωρίσθηκε στον εν λόγω κώδικα τον Νοέμβριο του 1653 (,αχνγ΄), ο Αργυρός του Ζώτου και ο Στέφος του Πάνου από την Μπλάτζα προσέφυγαν στην Ιερά Μητρόπολη προκειμένου να επιλύσουν κτηματικές διαφορές. Στη σχετική πράξη κατονομάζονται ως μάρτυρες και οι "εις Μπλάτζαν συνορίται τούτων": Ιωάννης ΔασκάλουΒρετός Μηλωνάς και Ιωάννης Σιαραπάνης .  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος,κωδ. 2752, φ. 42v.

Τα μετέπειτα
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της εξέγερσης του Ίλιντεν 1902-1903  εξαφανίζονται ή καταστρέφονται ό,τι υπήρχε  γραμμένο με ελληνικά γράμματα είτε σε φορητές εικόνες είτε σε ταφόπλακες και σταυρούς στα κοιμητήρια εκτός από τις μεγάλες εικόνες στο τέμπλο  και στους δυο σταθερούς εικονοστάτες. Το αντίστροφο έγινε μετά το 1912 που και η Καστοριά με την ευρύτερη περιοχή της ενσωματώθηκε στην ελληνική επικράτεια. Πάντως σήμερα  σώζεται εντός της εκκλησίας  φορητή εικόνα  ειδικής τεχνοτροπίας σε Κυριλλικό αλφάβητο και μια ταφόπλακα, όπως της οικογένειας Νικολάου Βούτκα κάποιας θανούσης Βελίκας (1902) που ανασύρθηκε τη δεκαετία του 1970 κατά τη διάρκεια της  ισοπέδωσης του βορείου τμήματος των νεκροταφείων. 

[1]  Ο Ιωάννης Βλάχος είναι προπάππους μου από θηλυγένια, παππούς της γιαγιά μου Ελένης (1901-1984). Ήταν δεκατριών χρονών, όταν μετά την απελευθέρωση ο τότε Μητροπολίτης Καστοριάς Ιωακείμ [Λεπτίδης] τέλεσε στο τάφο του επιμνημόσυνη δέηση υπέρ ανάπαυσης της ψυχής του. Δώρισε και ένα πορτρέτο του που είχε αναρτημένο στη σάλα του σπιτιού της. 
[2] Ίων Δραγούμης, Τα τετράδια του Ίλιντεν, σ. 54, εκδ. Πετσίβα, 2000 ISBN 960-90010-3-3 
[3] Συλλογικό έργο Ιωάννης Κολιόπουλος, Ιάκωβος Μηχαηλίδης, Κων. Παπανικολάου, Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι 1903-1913 σελ. 158, University Studio Press, 2008,.
[4]  Αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών (ΑΥΕ )...Ιουλίου 1903, Φάκελλος Μοναστηρίου 
*[http://fos-kastoria.blogspot.gr/2015/04/blog-post.html Γεώργιος Αλεξίου]


** Τσέτα ολιγομελής ομάδα μέχρι το πολύ οκτώ άτομα  που μεταξύ των άλλων φορολογούσαν και τους πολίτες της περιοχής δράσης  τους.
* Δείτε επίσης
*.[5 Η μετάστασταση των σλαβοφώνων στη βουλγαρική εξαρχία στο Μελένικο]
 *Τα λήμματα της βικιπαίδειας Οξυά Καστοριάς, Βουλγαρική εξαρχία, Μπόρις Σαράφωφ,   σλαβόφωνοι, Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας είναι δικά μου και στα άλλα δυο  Τσακαλάρωφ, και  Μακεδονικός αγώνας  συμμετέχω σε μεγάλο μέρος ειδικότερα στο δεύτερο. 
*Οι φωτογραφίες από το ArchiveDgolitsis (Picaca)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου