Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Από το Ίλιντεν στο Αετόζι και τελικά, Δόξα τω Θεώ, αναπαυθείς εν ειρήνη.

 υτή τη φορά δεν θα τη γλυτώσουμε, είπα.. τριπλή κατοχή (Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι)]  

 Οξυά Καστοριάς[5] 2001
Όταν με είδε με το καπέλο του γυμνασίου καταχάρηκε και ήρθε κάποια Κυριακή του Σεπτεμβρίου του 1958 μετά τη κυριακάτικη λειτουργία στο καφενείο του πατέρα μου που το φρόντιζα κατά τη διάρκεια των μαθητικών μου διακοπών. Αγόρασε πέντε τσιγάρα Ματσάγγου από αυτά που διαθέταμε σε μια κούτα των 80  κομματιών, κάθισε σε  μια ψάθινη καρέκλα και μου παρήγγειλε ένα τσίπουρο με μεζέ. Ενώ τα ετοίμαζε μου είπε:  Είμαι σίγουρος ότι θα τιμήσεις το χωριό μας, όπως έκανε ο παππούς σου και ο αντιπροπάππος σου. Του ετοίμασα το τσίπουρο με μεζέ δυο ψιλές φέτες σαλάμι, τρεις ελιές ξιδάτες Ξενία, που του άρεζαν ιδιαίτερα, και ένα τριγωνικό ψωμάκι σαν αυτά που μας έδινε ως αντίδωρο ο παπάς στην εκκλησία. Το όλον δραχμές  2,50.

Κούνησε το κεφάλι του μπρος- πίσω, πήρε μια βαθιά ανάσα, έστρεψε το πρόσωπό του δεξιά- αριστερά, έβγαλε από το τσεπάκι του εκείνο το παράξενο αναπτήρα περιτυλιγμένο μ΄ένα κόκκινο κορδόνι (στρογγυλό φιτίλι), το ξετύλιξε, ανασήκωσε λίγο τη καύτρα, σάλιωσε ένα τσιγαρόχαρτο και έβαλε λίγο καπνό μέσα. Το ένιωσα και το κατάλαβα. Ήταν σαν από κάτι να φυλάγονταν, είχαν δει τόσα πολλά τα μάτια του. [ Άντε τώρα να εξηγήσεις στο όργανο της τάξης,  που αν τύχαινε και έμπαινε ξαφνικά στο καφενείο προερχόμενος από το κοντινό σταθμό  χωροφυλακής της Βυσσινιάς, ότι το νε πίαμ είναι ελληνολατινικής προέλευσης.] Πως επιμηκύνει κανείς το χρόνο του, αναρωτιέμαι σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια! Μου φάνηκαν ατέλειωτες οι ώρες... Είναι ο ψυχολογικός χρόνος. Η αδράνεια, η μαλθακότητα, η καλοπέραση τον περιορίζουν. Ο υποκειμενικός χρόνος είναι τελικά διαφορετικός για τον καθένα μας. Διέγνωσα στο πρόσωπό του, μια και περνούσε σε  δεύτερο επίπεδο μόρφωσης,  την επιθυμία του να καταγράψω κάπου και κάποτε τις αφηγήσεις του. Είχαμε και ένα λιβαδάκι κοντά στο δικό του και κάθε φορά έλεγε μαζεύοντας  με τη τσουγκράνα τα ελάχιστα εναπομείναντα ξερόχορτα με πολλές διαδρομές καθέτως και οριζοντίως ότι γρηγορότερα θα πήγαινε στο διπλανό χωριό.

Κοίταξα παράξενα το δοκιμαστικό ανάλαφρο σπινθοροβόλημα. Το αντιλήφθηκε και μου είπε:

Κάποτε χρησιμοποιούσαμε την ίσκα, ξέρεις εκείνο το καφέ μανιτάρι (μύκητας) που βλέπουμε σε μερικά γέρικα δένδρα και όσο πιο ψηλά ήταν τόσο και πιο καλό. Διάλεγα καμιά μεγάλη ιτιά. Που να ανέβεις σε οξυά που γλιστράει και αν έχει υγρασία μπορεί να έσπαγες και κανένα ποδάρι για ένα μανιταράκι. Χτυπούσαμε δυο πετρούλες για τη σπίθα. Οι πέτρες όμως έπρεπε να είναι ίδιες. Ξέρεις εγώ για σιγουριά έσπαγα πάντα μια μεγαλύτερη πέτρα και μάλιστα άσπρη για να ξεχωρίζει και να αποδίδει περισσότερο, είχα όμως έτσι και τη δυνατότητα να τη φέρω στα γούστα μου. Ο άνθρωπος προοδεύει. Ποιος ξέρει ίσως πάτε και στο φεγγάρι. Εγώ δε θα ζω τότε !! Συλλογίσθηκε βαθιά και σώπασε για λίγο...

- Που λες.., ήταν η αγαπημένη του φράση,  προσπαθώντας με τη κόψη του δεξιού του χεριού να σπινθηροβολήσει το τσακμάκι[1] του και βήχοντας είπε.

- Εσείς καλύτερα, που δεν τα ξέρετε.. τι τραβήξαμε!!! Το επανέλαβε άλλες δυο φορές... Η γενιά σας μπορεί να μας θυμάται κάπου- κάπου, τα παιδιά σας όμως ούτε καν που θα αναρωτιούνται. Όχι μόνο για τα βάσανά μας, αυτά πέρασαν, αλλά ούτε ότι κάποτε και εμείς υπήρξαμε. Τι να κάνουμε!!! μπορούμε να κάνουμε και διαφορετικά, αυτοαναρωτήθηκε · έτυχε σε μας ο κλήρος, σ΄άλλους ακόμα χειρότερα.

- Που λες, επανέλαβε….φτύνοντας κατάχαμα κάπου-κάπου και λέγοντας.. φτου-φτου φαρμάκι το άτιμο. Γιατί το καπνίζω θα ρωτήσεις. Μπορείς να κάνεις και διαφορετικά! Το θέμα είναι να μη το μάθεις. Μακάρι να ΄ταν αυτές οι πίκρες μας.

...ποτέ δεν σκέφτηκα να διασταυρώσω την πληροφορία. Ο Μπαρμπαδήμος είχε σώας τας φρένας και τετραπέρατο μάτι. Στα γεράματά του μετρούσε αλάνθαστα τα σπιρτόξυλα. Πενήντα τρία κανονικά έπρεπε να ήταν. Τότε δεν είχαν ταινίες ασφαλείας τα σπιρτόκουτα, γιατί την διακίνηση την είχε το ελληνικό μονοπώλιο.. Τα έβρισκε τις περισσότερες φορές λιγότερα από πενήντα. Λες το εργοστάσιο να έκανε λάθος αναρωτιόνταν!!! Είχε υπηρετήσει στην Αγιά Λάρισας το 1921, έτσι μου είπε, όταν έμαθε ότι εργαζόμουνα στη Λάρισα. Τι ευλογημένος τόπος!!! εκεί και οι πέτρες βγάζουν φύτρα. Και αργότερα στην Μικρασιατική εκστρατεία.. Γεννήθηκε στην Οξυά Καστοριάς το 1901 και πάντα έλεγε, ότι είναι συνομήλικος με το Βασιλιά Παύλο. Μετά το 1964 το ξέχασε. Ο αδελφός του ο Αντώνης Στούμπας ήτανε από τους πρώτους πεσόντες στο Αλβανικό Έπος και είχε αναλάβει τις φροντίδες της ανηψιάς του Κυριακής μέχρι τη παντρειά της. Στούμπας Αντώνιος του Μιχαήλ Στρ. 530υ Σ.Π. 04-01-41 Υψ.Κορίτσα (Υψ. 1.464) Όρος Κάμι. Στις 30 Αυγούστου 1903 οι Τούρκοι κάψανε το χωριό (μείνανε 18 από τα 100 σπίτια) και σκοτώσανε 12 άτομα, ανάμεσά τους και ο Ηλίας Στούμπας. Δεν χρειάσθηκε να τον ξαναρωτήσω αργότερα, αρκετά αργότερα, όταν έμαθα περισσότερα. Ο Μπαρμπαδήμος τότε ήταν μόλις δύο ετών, εξάλλου σε εγχάρακτη επιγραφή στο υπέρθυρο της οικίας του είχε αποτυπωθεί ο αριθμός 1914.
......ΛΟΙΠΟΝ, συνέχισε: 
- Ήτανε νομίζω το 41, τελικά το πήρε απόφαση ν΄αφηγηθεί, τότε που μπήκανε οι Γερμανοί στην Ελλάδα....Μου στείλανε χαμπέρι κάποιοι συγγενείς από την Περικοπή που είχαν καταφύγει στη Φλώρινα να τους φέρουμε λίγο αλεύρι... μήπως είχαμε και εμείς. Τέλος πάντων, ήτανε η αγαπημένη του φράση, κατηφόρισα από Περικοπή προς τα το Λέχοβο για να πάρω το τρένο από το Αμύνταιο. Τότε είχα άλογο, το Ντορί,  όλοι το χάζευαν, μη βλέπεις τώρα που έχω γαϊδουράκι. Εσείς οι νέοι ούτε καν θα γνωρίζετε τα βάσανά μας. Τι να κάνουμε σε μας έτυχε ο κλήρος.
Φθάνοντας στο Αετόζι τι να δω!!! Μια πινακίδα μεγάλη που έγραφε: Gredi Bulgaria. Έρχεται η Βουλγαρία. Πάλι τα ίδια!!! Αυτή τη φορά δεν θα τη γλυτώσουμε, είπα.. τριπλή κατοχή (Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι)· περιπλανήθηκε με απλανές βλέμμα κοιτάζοντας προς τον ορίζοντα ακαθόριστα, κούνησε πάλι το κεφάλι του λίγο εκνευρισμένα τώρα και συνέχισε. Στο τρένου με πλησίασε κάποιος Βούλγαρος αξιωματικό, φαίνεται ότι οι Γερμανοί του είχαν παραχωρήσει τον έλεγχο, και προσφέρθηκε  απλώνοντας την παλάμη του με το πακέτο να μου προσφέρει τσιγάρο. Νε πιαμ, σπολάιτι του είπα στα σλαφωνικά[2]. Ο Βούλγαρος αντέδρασε  εκνευρισμένα λέγοντάς μου Βα γκ΄ρκσα ντούμα  (Αυτός είναι ελληνικός λόγος). Το ντούμα [1] δεν το κατάλαβα μάλλον λόγος. Αργότερα εγώ το κατάλαβα στη Ευρωπαϊκή ιστορία της εβδόμης  του τότε Γυμνασίου όταν ο τσάρος Νικόλαος Β΄ παραχωρούσε το λόγο στο ρωσικό λαό.

 Τον έβλεπα χρόνια, όσάκις παρευρισκόμουνα, να διασχίζει κυρτωμένος το κεντρικό δρόμο του χωριού πάντα μ' ένα μπαστουνάκι∙ δεν έλεγε να το βάλει κάτω μέχρι την τελευταία στιγμή, αλλά κάποτε κλείνει γι΄όλους μας ο εγκόσμιος κύκλος. Ο άνθρωπος πεθαίνει οριστικά, όταν φύγει από την ζωή και ο τελευταίος εναπομείνας που σχετίσθηκες κάποτε μαζί του. Συν τω χρόνω τον συνταύτισα με το Γεροδήμο  του Βαλαωρίτη με τη διαφορά δεν έμαθα για την ημέρα  του θάνατό του ούτε ήμουνα πια το κλεφτόπουλο αλλά ούτε είχα και καριοφίλι για να τρέξω στην απέναντι ράχη να πυρσοκροτήσω τρεις φορές και να φωνάξω: Ο γεροδήμος πέθανε, ο γεροδήμος πάει.

 [1] Από το τούρκικο çakmak, ίσως και απο το τσακ.. σήμερα λέμε τσακμακόπετρα ή για να δηλώσουμε το άκρον-άωτον της ταχύτητας.


*Το Ίλιντεν, που ονομάσθηκε έτσι γιατί πραγματοποιήθηκε συμβολικά την ημέρα γιορτής του προφήτη Ηλία δηλαδή στις 20 Ιουλίου του 1903, ήταν και είναι για τους Βουλγάρους και  στις μέρες μας από τους Σκοπιανούς επανάσταση και στην ελληνική βιβλιογραφία ψευδοεπανάσταση. Στην πραγματικότητα όμως  ήταν εξέγερση εντός ενός πολυεθνικού οθωμανικού περιβάλλοντος για να καταδείξει στους Ευρωπαίους με την έξοδο των κατοίκων στα βουνά που άναψαν μεγάλες φωτιές από την περιοχή του Βιτσίου μέχρι το  Κρούσοβο, όπου και εξολοθρεύτηκε η ολιγάριθμη τουρκική φρουρά για να δημιουργηθεί η εφήμερη των 10 ημερών Δημοκρατία του Κροσούβου,  ότι υφίσταται βουλγαρική εθνότητα.
  *Τα λήμματα της Βικιπαίδειας  Κρούσοβο,  Οξυά Καστοριάς,  Σλαβόφωνοι, Δούμα και η ενότητα στο Ίλιντεν : Η σύγχρονη ελληνική άποψη είναι δικά μου που όμως διαγράφηκε από κάποιον ανώνυμο χρήστη και την οποία επαναφέρω εδώ.
Σημείωση: κλικ στις μπλε σημάνσεις για να δείτε όλα τα κείμενα.




1 σχόλιο:

  1. Πολύ ενδιαφέρον το ιστολόγιό σας, κ.Γκολίτση.
    Καλή συνέχεια.
    Χρόνια πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή