Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

-Μακεδονίτικα! Γιατί Μακεδονίτικα; ρώτησα.

Κούνησε το κεφάλι του μπρος- πίσω, πήρε μια βαθιά ανάσα, έστρεψε το πρόσωπό του δεξιά- αριστερά σαν να φοβόταν κάτι, έβγαλε από το τσεπάκι του εκείνο το παράξενο αναπτήρα περιτυλιγμένο μ΄ένα κόκκινο κορδόνι (στρογγυλό φυτίλι), το ξετύλιξε, ανασήκωσε λίγο τη καύτρα, σάλιωσε ένα τσιγαρόχαρτο και έβαλε λίγο καπνό μέσα. Και πως να μη φοβόταν αφού είχαν δει πολλά τα μάτια του. Δεν αποκλείονταν κάποια στιγμή να εισέρχονταν έτσι ξαφνικά το όργανο της τάξης από το παρακείμενο σταθμό χωροφυλακής της Βυσσινιάς αλλά δεν αποκλείονταν να εισέρχονταν και κάποιοις συγωριανός μας απ΄αυτούς δεν ξέρεις τη ρόλο παίζουν. 

 Που λες.. ήταν πάντα η αγαπημένη του φράση, προσπαθώντας με τη κόψη του δεξιού του χεριού να σπινθηροβολήσει το τσακμάκι[1] του και βήχοντας είπε.

- Εσείς καλύτερα, που δεν τα ξέρετε.. τι τραβήξαμε!!! Το επανέλαβε άλλες δυο φορές... Η γενειά σας μπορεί να μας θυμάται κάπου- κάπου, τα παιδιά σας όμως ούτε καν που θα αναρωτιούνται. Όχι μόνο για τα βάσανά μας, αυτά πέρασαν, αλλά ούτε ότι κάποτε και εμείς υπήρξαμε. Τι να κάνουμε!!! μπορούμε να κάνουμε και διαφορετικά, αυτοαναρωτήθηκε · έτυχε σε μας ο κλήρος, σ΄άλλους ακόμα χειρότερα.

- Που λες, επανέλαβε….φτύνοντας κατάχαμα κάπου-κάπου και λέγοντας.. φτου-φτου φαρμάκι το άτιμο. Γιατί το καπνἰζω θα ρωτήσεις. Μπορείς να κάνεις και διαφορετικά! Το θέμα είναι να μη το μάθεις. Μακάρι να ΄ταν αυτές οι πίκρες μας.

-Δεν ξέρω, συνέχισε, ούτε να τα γράφω ούτε να τα τραγουδώ. Ούτε ένα γραφτό παραμυθάκι δεν είδα ποτέ. Τα βουλγάρικα, τα σέρβικα, τα ρώσικα τέλος πάντων (ήτανε η αγαπημένη του φράση, όταν δυσκολεύονταν) τα σλάβικα γενικότερα, ανεβάζοντας το τόνο της φωνής του,  έχουν γράμματα.

- Ήτανε νομίζω το 41, τελικά το πήρε απόφαση ν΄αφηγηθεί, τότε που μπήκανε οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Έπρεπε να πάω στη Φλώρινα, κάποιοι συγγενείς μου, μού έστειλαν χαμπέρι για λίγο αλεύρι, μήπως είχαμε και εμείς!!!
Πήρα το άλογο μου το Ντορί, όλοι το ζήλευαν για το καλπασμό του, τώρα έχω γαϊδουράκι, όπως ξέρεις. Μου το πήρανε οι αντάρτες, ήσουν πολύ μικρός τότε για να θυμάσαι -(1946-1949)- συνέχισε, μου πήρανε και τη αγελάδα που είχα.. και τη πήγανε και αυτή στο βουνό για να μη κουβαλάνε στη πλάτη  το κρέας, δεν μας αφήσανε τίποτε.. και όταν λέω τίποτε, εννοώ τίποτε.

Προαναγγελία ΔΣ 1947 της
κυβέρνησης του βουνού κάτω
από τα πορτρέτα τον Ντέλτσεφ
και του  Γιάνε Σαντάνσκι
Στις περιόδους των ελληνοβουλγαρικών αναταράξεων  1880-1949 οι σλαβόφωνοι διχάστηκαν αρχικά σε  πατριαρχικούς και εξαρχικούς και ως μαχητές του λεγόμενου Δημοκρατικού στρατού της Ελλάδας [γιατί άλλοι μίλησαν  για αντάρτες ακόμα και για συμμορίτες], σε ελληνόφρονες και σλαβομακεδόνες.
Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ για το «Δημοκρατικό Στρατό» (1946-49) , που κυκλοφόρησε προπέρυσι ο Ριζοσπάστης σε DVD, διαπιστώνεις στο 22΄ και 52'' της αφήγησης, στο σημείο, όπου προαναγγέλλεται στις 10 Αυγούστου 1947 η σύσταση της προσωρινής κυβέρνησης του βουνού, να προβάλλουν στο τοίχο και τα πορτρέτα του Ντέλτσεφ και του Σαντάνσκι (ασυνέχεια πολιτιστικής και ιδιαίτερα γλωσσικής ελληνικής παράδοσης... αν μη τι άλλο). Μέσα σε τέσσερα χρόνια από τον Γοργοπόταμο (συμμετέχοντες)  στον Γιάννε Σαντάσκι  η εκπλήρωση εν γένει  των ιδανικών περισσότερο απαξιώνεται και ακυρώνεται από τις μεταπτώσεις, τις παλινδρομίες, τις παλινωδίες, τις προσωπικές φιλοδοξίες,την έλλειψη ιστορικής αποστολής... της ηγεσίας στην οποία υπάγεται μοιραία και ο μαχητής, αμέτοχος, ανυποψίαστος και ανήμπορος στις λήψεις των μεγάλων αποφάσεων, και λιγότερο από τον αντίπαλο. 

ΛΟΙΠΟΝ, συνέχισε, κατηφόρισα ζικ - ζακ από Περικοπή προς τα το Λέχοβο σ΄ένα μονοπάτι που έχασα και κάπου κάπου φιδοσέρνουμαν κόβοντας κλαδιά με το τσεκουράκι μου για περάσει και το άλογο. Φθάνοντας στο Αετόζι τι να δω!!! Μια πινακίδα μεγάλη που έγραφε: Gredi Bulgaria. Έρχεται η Βουλγαρία. Πάλι τα ίδια!!! Αυτή τη φορά δεν θα τη γλυτώσουμε, είπα.. τριπλή κατοχή (Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι) περιπλανήθηκε με απλανες βλέμμα κοιτάζοντας προς τον ορίζοντα ακαθὀριστα, κούνησε πάλι το κεφάλι του λίγο εκνευρισμένα τώρα και συνέχισε..





[ Η Βουλγαρία για τρίτη φορά έμπαινε στις βόρειες περιοχές της Ελλάδος  πριν και μετά το 1903  και το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στο δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο κατέλαβε τις ανατολικές περιοχές της Μακεδονίας και στη Δυτική Μακεδονία άπλωσε τα πλοκάμια της η βουλγαρική οργάνωση Οχράνα που συνεργάζονταν με τους Ιταλούς. Φέρανε και κάποιους που ειχαν μεταναστεύσει από τα προηγούμενα χρόνια. Δίνανε λέβα και οπλισμό. Αυτά τα έμαθα φυσικά αργότερα].

-Κάποια στιγμή έφθασα στο Αμύνταιο και μπήκα στο τρένο. Σε λίγο με πλησίασε ένας περίεργα ντυμένος, Βούλγαρος αξιωματικός υπέθεσα.. οι Βούλγαροι έμαθα αργότερα, ότι είχαν το έλεγχο στα τρένα [2]… ήθελε να με καλοπιάσει και μου προσέφερε ένα τσιγάρο. Νε πιαμ σπολάϊτι (εις πολλά έτη) δηλ. ευχαριστώ, του είπα. Ποιος είδε το Θεό και δεν φοβήθηκε. Αγρίεψε και φώναξε: Va grska duma.. το τελευταίο δεν το κατάλαβα, μάλλον λέξη, φράση.. σκέφτηκα. Ξέρω γω!!! πολύ μπερδεμένα πράγματα, κατέληξε προσωρινά. Στα Μακεδονίτικα δεν υπάρχει αντίστοιχη απόδοση, αλλά η λέξη laf (ίσως από το α-λαφιάζω)που αποτυπώνει το προφορικό λόγο. Στα σερβοκροατικά fraza που το συναντάς σήμερα και στι σκοπιανό λεξικό.

[ Στη Ιστορία αργότερα έμαθα, ότι Τσάρος στη Ρωσία δημιούργησε τη Ντούμα δηλ έδινε λόγο στο λαό].

[1] Από το τούρκικο çakmak, ίσως και απο το τσακ.. σήμερα λέμε τσακμακόπετρα ή για να δηλώσουμε το άκρον-άωτον της ταχύτητας.
[2] Ποτέ δεν σκέφτηκα να διασταυρώσω την πληροφορία. Ο Μπαρμπαδήμος είχε σώας τας φρένας και τετραπέρατο μάτι. Πάντα μετρούσε τα σπιρτόξυλα. Πενήντα τρία κανονικά έπρεπε να ήταν. Τότε δεν είχαν ταινίες ασφαλείας τα σπιρτόκουτα, γιατί την διακίνηση την είχε το ελληνικό μονοπώλιο.. Τα εύρισκε τις περισσότερες φορές λιγότερα από πενήντα. Λες το εργοστάσιο να έκανε λάθος αναρωτιόνταν!!! Είχε υπηρετήσει στην Αγιά Λάρισας το 1921, έτσι μου είπε, όταν έμαθε ότι εργαζόμουνα στη Λάρισα. Τι ευλογημένος τόπος!!! εκεί και οι πέτρες βγάζουν φύτρα. Και αργότερα στην Μικρασιατική εκστρατεία.. Γεννήθηκε στην Οξυά Καστοριάς το 1901 και πάντα έλεγε, ότι είναι συνομήλικος με το Βασιλιά Παύλο. Μετά το 1964 το ξέχασε. Ο αδελφός του ο Αντώνης Στούμπας ήτανε από τους πρώτους πεσόντες στο Αλβανικό Έπος και είχε αναλάβει τις φροντίδες της ανηψιάς του Κυριακής μέχρι τη παντρειά της. Στούμπας Αντώνιος του Μιχαήλ Στρ. 53ου Σ.Π. 04-01-41 Υψ.Κορίτσα (Υψ. 1.464) Όρος Κάμι. Στις 30 Αυγούστου 1903 οι Τούρκοι κάψανε το χωριό (μείνανε 18 από τα 100 σπίτια) και σκοτώσανε 12 άτομα, ανάμεσά τους και ο Ηλίας Στούμπας.[3] Δεν χρειάσθηκε να τον ξαναρωτήσω αργότερα, αρκετά αργότερα , όταν έμαθα περισσότερα. Ο Μπαρμπαδήμος τότε ήταν μόλις δύο ετών, εξάλλου σε εγχάρακτη επιγραφή στο υπέρθυρο της οικίας του είχε αποτυπωθεί ο αριθμός 1914.
 [3] Ημερολόγιο 1901-1903 , Iva Burilkov (2001).

* Το λήμμα της Βικιπαίδειας Γιάνε Σαντάνσκι είναι δικό μου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου